Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Πρωταπριλιά

 Τα ψέμματα έχουν την τιμητική τους!


Είναι γνωστό σε μικρούς και μεγάλους ότι η ημέρα της 1ης Απριλίου δεν είναι μία ημέρα σαν όλες τις άλλες. Αντιθέτως είναι μία ημέρα που δικαιούμαστε να λέμε ΨΕΜΑΤΑ χωρίς να κινδυνεύουμε να παρεξηγηθούμε και να θεωρηθούμε ψεύτες! Βεβαίως, αν επιθυμούμε να τηρήσουμε και φέτος αυτό το τόσο αξιοπερίεργο έθιμο, θα πρέπει να είμαστε σίγουροι, ότι όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου λέμε την ΑΛΗΘΕΙΑ... Το να μας λέει κάποιος την Αλήθεια, είναι η πιο διαδεδομένη απαίτηση που έχουμε από τους ανθρώπους τους οποίους συναναστρεφόμαστε. Είναι πολύ συχνό φαινόμενο η επαναλαμβανόμενη φράση «το μόνο που δεν μπορώ να ανεχτώ είναι το ψέμα», προσπαθώντας ταυτοχρόνως, να πείσουμε τον συνομιλητή μας ή ακόμα και τον ίδιο μας τον εαυτό, ότι εμείς λέμε πάντα την αλήθεια. Για όλους αυτούς λοιπόν τους Ανθρώπους, που καθ' όλη την διάρκεια της ζωής τους λένε την «αλήθεια και μόνο την αλήθεια», έφτασε επιτέλους η ημέρα της Πρωταπριλιάς, κατά την διάρκεια της οποίας έχουν το δικαίωμα να πουν και ένα ψέμα!

Πώς προέκυψε όμως αυτή, η πολλές φορές άκρως διασκεδαστική συνήθεια;

Το έθιμο αυτό δεν είναι ελληνικό!

  Πρόκειται για μια συνήθεια που μας έρχεται από την Ευρώπη και υπάρχουν δύο τουλάχιστον εκδοχές για τον τρόπο που πρωτοεμφανίστηκε . Σύμφωνα με την πρώτη επίσημη εκδοχή, το να λέμε ψέματα την Πρωταπριλιά είναι μία συνήθεια που ξεκίνησε από τους Κέλτες, έναν λαό της βορειοδυτικής Ευρώπης.
Σύμφωνα με τον νόμο της εποχής, η εποχή που επιτρεπόταν το ψάρεμα, ξεκινούσε ακριβώς την Πρώτη ημέρα του Απριλίου. Καθώς οι Κέλτες ήταν εξαιρετικά ικανοί ψαράδες, περίμεναν με ανυπομονησία αυτήν την ημέρα και ξεκινούσαν από το πρωί, να πάνε για ψάρεμα. Επειδή όμως, στις αρχές Απριλίου, ο καιρός δεν ήταν ακόμα ο πλέον ευνοϊκός για μια καλή ψαριά, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις που οι πολλοί ψαράδες επέστρεφαν στα σπίτια τους άπραγοι, χωρίς να έχουν καταφέρει να πιάσουν ούτε ένα ψάρι.
Όλοι μας γνωρίζουμε ακόμα και σήμερα, ότι τόσο στις συζητήσεις των ψαράδων, όσο και των κυνηγών, κυριαρχεί πάντοτε η υπερβολή, ως προς τα κατορθώματά τους στις αντίστοιχες ασχολίες. Έτσι λοιπόν, τα ΜΕΓΑΛΑ ΨΕΜΑΤΑ που ανταλλασσόταν μεταξύ των ψαράδων εκείνη την ημέρα, ως προς την ποσότητα της ψαριάς τους, δεν είχαν προηγούμενο.
Το αποτέλεσμα ήταν να καθιερωθεί η Πρωταπριλιά σαν την ημέρα εκείνη, που ο καθένας δικαιούται να πει όσα ψέματα θέλει! Υπάρχει όμως και μία δεύτερη εκδοχή η οποία διαθέτει περισσότερες πιθανότητες να είναι ιστορικά σωστή.

   Η δεύτερη ιστορία διαδραματίζεται στην Γαλλία του 16ου αιώνα.
Είναι γεγονός, ότι οι Γάλλοι δεν αναγνώριζαν την 1η Ιανουαρίου σαν την αρχή του έτους, όπως είχε καθιερωθεί διεθνώς. Θεωρούσαν ότι η ημέρα που έπρεπε να γιορτάζουμε το νέο έτος ήταν η 1η Απριλίου.
Ο Βασιλιάς Κάρολος ο ένατος, αποφάσισε το 1564 να εγκαταλείψει αυτήν την συνήθεια που απομόνωνε την Γαλλία από τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη και υιοθέτησε την κοινή τακτική όλης της υπόλοιπης Ευρώπης. Όπως είναι φυσικό, η αλλαγή ενός τέτοιου γεγονότος, δεν μπορεί να γίνει αμέσως εύκολα αποδεκτό από όλους τους πολίτες οι οποίοι πολλές φορές αρνούνται να εγκαταλείψουν τις παλιές τους συνήθειες. Υπήρξε λοιπόν μία μερίδα «αντιδραστικών» οι οποίοι συνέχισαν να γιορτάζουν την παλιά πλέον πρωτοχρονιά τους, την 1η Απριλίου.
Ταυτοχρόνως όμως, οι υπόλοιποι πολίτες που είχαν εναρμονιστεί με τα νέα δεδομένα, τους έστελναν πρωτοχρονιάτικα δώρα για να τους κοροϊδέψουν. Αυτή η περιπαικτική διάθεση, με το πέρασμα των χρόνων, μετατράπηκε σε ένα ευχάριστο έθιμο.
Το έθιμο αυτό, λόγω της ευχάριστης διάθεσης που αποπνέει, κατάφερε να κατακτήσει σταδιακά ολόκληρο τον κόσμο.
Δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του και στην Ελλάδα, αποκτώντας βεβαίως φανατικούς υποστηρικτές που βεβαίως υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Στην περίπτωσή μας, η βασική ιδέα παρέμεινε η ίδια, κατάφερε όμως να αποκτήσει μία ελληνική χροιά.
Το έθιμο λοιπόν λέει, ότι την πρωταπριλιά, συνηθίζουμε να λέμε αθώα ψέματα με σκοπό να ξεγελάσουμε του ανθρώπους στους οποίους απευθυνόμαστε.
Σε πολλές περιοχές, πιστεύουν ακόμα πως όποιος καταφέρει να ξεγελάσει το θύμα του, θα έχει την τύχη με το μέρος του για όλη την υπόλοιπη χρονιά.
Σε άλλη περίπτωση πιστεύουν ότι θα έχει καλή σοδιά στις καλλιέργειες του ή ακόμα ότι αν τύχει να βρέξει την ημέρα της Πρωταπριλιάς, αυτό το βρόχινο νερό πρέπει να το μαζέψουμε διότι διαθέτει θεραπευτικές ιδιότητες...
Στις μέρες μας η Πρωταπριλιά εξακολουθεί να παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής, όχι μόνο σε μικρούς και μεγάλους, αλλά ακόμα και από όργανα του επίσημου κράτους.

Πηγή :http://patrasevents.gr
 1. Ο ψεύτης βοσκός  

 είναι μια ιστορία που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για την ημέρα και αφού την ακούσουμε να συζητήσουμε : Πρέπει να λέμε   ψέμματα ή όχι;
Το ηλεκτρονικό βιβλίο ο ψεύτης βοσκός θα το βρείτε στο τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης .Ίσως θα πρέπει να επιλέξετε και τη γλώσσα. Πατήστε τον  παρακάτω σύνδεσμο. 


2. Η ιστορία του Πινόκιο
Ο Τζεπέτο ήταν ένας ξυλογλύπτης που ζούσε μόνος χωρίς παιδί. Έτσι αποφάσισε να δημιουργήσει μία μαριονέτα για να τον συντροφεύει στα γεράματα και σκέφτηκε να την ονομάσει Πινόκιο σαν πραγματικό αγόρι. Καθώς άρχισε να σκαλίζει το ξύλο, αυτό άρχισε να γελάει μαζί του προς έκπληξη του γέρου άντρα. Όταν ο Τζεπέτο ολοκλήρωνε το έργο του, η μαριονέτα τον κλώτσησε και το έσκασε. Ενώ ο Πινόκιο έτρεχε στον δρόμο, ένας αστυνόμος τον έπιασε για να τον σωφρονίσει. Αλλά περαστικοί πληροφόρησαν τον αστυνομικό ότι η μαριονέτα ανήκε στον γέρο-Τζεπέτο. Έτσι ο αστυνόμος συνέλαβε τον γέρο αντί του Πινόκιο.
Αργότερα ο Πινόκιο δυσαρεστημένος έπρεπε να μείνει μόνος στο σπίτι. Όταν πλάγιασε στο κρεβάτι του ένας γρύλλος που μιλούσε τον συμβούλεψε να ακούει τον πατέρα του, για να μην τον βρούνε συμφορές και το μετανιώσει, αλλά ο Πινόκιο τον αγνόησε. Ύστερα πείνασε και προσπάθησε να φάει ένα αβγό το οποίο εκκολάφτηκε και το πουλάκι πέταξε μακριά. Τότε ο Πινόκιο κοιμήθηκε δίπλα στη φωτιά και όταν ο Τζεπέτο γύρισε σπίτι είδε τα πόδια του Πινόκιο να καίγονται. Τάισε αχλάδια τον Πινόκιο ο οποίος διαμαρτυρόταν πως δεν του άρεσαν τα φλούδια, ζητώντας από τον γέρο πατέρα του να τα καθαρίσει. Ο Τζεπέτο του είπε πως θα του έφτιαχνε καινούργια πόδια και ρούχα για να πάει στο σχολείο σαν πραγματικό αγόρι, ενώ χρειάστηκε να πουλήσει το πανωφόρι του (ήταν τόσο φτωχός) για να του αγοράσει αλφαβητάρι.
Καθοδόν για το σχολείο, ο Πινόκιο άκουσε ωραία μουσική που ερχόταν από ένα κουκλοθέατρο. Πήγε να το παρακολουθήσει, πουλώντας το αλφαβητάρι του, και τελικά κατάφερε να γίνει μέλος της παράστασης εκνευρίζοντας τον θιασάρχη, ο οποίος αργότερα συγκινήθηκε με τις ιστορίες του Πινόκιο και τον άφησε ελεύθερο δίνοντάς του πέντε χρυσά νομίσματα. Ξεκινώντας για το σπίτι, ένας γάτος και μία αλεπού τον προσέγγισαν για να του κλέψουν τα νομίσματα, αλλά αυτός τα έκρυψε κάτω από τη γλώσσα του. Έτσι τον κρέμασαν σε μία βελανιδιά, για να περάσουν την επόμενη μέρα να του πάρουν τα νομίσματα από το στόμα. Για καλή του τύχη διασώθηκε από την Γαλάζια Νεράιδα που ζούσε εκεί κοντά. Όταν η νεράιδα τον ρώτησε για τα νομίσματα αυτός είπε ότι τα έχασε και τότε η μύτη του άρχισε να μεγαλώνει. Η νεράιδα του είπε γελώντας: «Να τι παθαίνεις όταν λες ψέματα!». Τότε ο Πινόκιο ζήτησε βοήθεια από τη νεράιδα για να γίνει πραγματικό παιδί και υποσχέθηκε να συνετιστεί και να γίνει υπάκουο παιδί.
Φεύγοντας από την νεράιδα συνάντησε και πάλι τον γάτο και την αλεπού που τον έπεισαν να φυτέψει τα νομίσματά του στην "κουτοχώρα" για να πολλαπλασιαστούν, και έτσι του τα έκλεψαν. Όταν έφθασε στην Τρελόπολη είπε το περιστατικό σε έναν αστυνόμο ο οποίος τον συνέλαβε. Στο μεταξύ ο γέρο-Τζεπέτο βγήκε στα ανοιχτά της θάλασσας να ψάξει για τον γιό του αλλά η βάρκα του βυθίστηκε στην καταιγίδα . Στην φυλακή το μόνο φαγητό για τους κρατουμένους ήτανε φλούδες αχλαδιών και έτσι ο Πινόκιο αποφάσισε να αλλάξει, μελετώντας το αλφάβητο. Όμως, στο κελί του συνάντησε ένα άτακτο παιδί τον Φυτίλη, με τον οποίο γίνανε φίλοι. Όταν βγήκαν από τη φυλακή, καθώς διασκέδαζαν πολύ, μετατράπηκαν σε γαϊδούρια.
Έπειτα, ενώ δούλευε ως γαϊδούρι, σε ένα τσίρκο στην Παιχνιδούπολη, ο Πινόκιο έσπασε το πόδι του και έτσι τον πέταξαν στην θάλασσα. Όταν έπεσε στο νερό μετατράπηκε σε μαριονέτα ξανά και ένα τρομερό σκυλόψαρο τον κατάπιε. Στην κοιλιά του σκυλόψαρου έκπληκτος είδε σε μια γωνιά τον γέρο πατέρα του να κλαίει. Λυτρωμένος πια έτρεξε στον γέρο-Τζεπέτο και αγκαλιάστηκαν συγκινημένοι, ενώ ο Πινόκιο του έλεγε πόσο είχε μετανιώσει για όλα τα λάθη του. Ύστερα βρέθηκαν στην θάλασσα και ένα ψάρι τους πήγε στην ακτή. Η Γαλάζια Νεράιδα που είχε παρακολουθήσει τις εξελίξεις, μετέτρεψε τον Πινόκιο σε πραγματικό αγόρι και έζησε ευτυχισμένος με τον γέρο πατέρα του.
     
Ποιός θα ήθελες να είσαι ; Μιλάμε για τους ήρωες της ιστορίας και τα παιδιά επιλέγουν αυτόν που τους αρέσει περισσότερο και αιτιολογούν την επιλογή τους
  • Ο Πινόκιο (ιταλικά: Pinocchio): άτακτη μαριονέτα που κερδίζει σοφία μέσω των περιπετειών που τον οδηγούν να γίνει πραγματικός άνθρωπος ως επιβράβευση για τις καλές του πράξεις.
  • Ο Μαστροτζεπέτο (ιταλ.: Mastro Geppetto): ηλικιωμένος, εξαθλιωμένος ξυλογλύπτης και δημιουργός (κατά συνέπεια πατέρας) του Πινόκιο. Φέρει μία κίτρινη περούκα με αποτέλεσμα να τον κοροϊδεύουνε τα παιδιά της γειτονιάς, πράγμα που τον ενοχλεί πάρα πολύ.
  • Ο Μαστραντώνης (ιταλ.: Mastro Antonio): ηλικιωμένος ξυλουργός ο οποίος βρίσκει τον κορμό που τελικά γίνεται ο Πινόκιο. Σχεδίαζε αρχικά να το κάνει πόδι τραπεζιού ώσπου αυτό φώναξε: «Πρόσεχε, σε παρακαλώ!». Τα παιδιά της γειτονιάς τον αποκαλούν "Κερασομύτη" εξαιτίας της κόκκινης μύτης του
  • Ο γρύλλος (ιταλ.: il grillo parlante): ένας γρύλλος που μιλάει και τον οποίο ο Πινόκιο σκοτώνει ενώ προσπαθούσε να τον συμβουλεύσει. Ο γρύλλος επιστρέφει αργότερα ως φάντασμα συνεχίζοντας να δίνει συμβουλές στον Πινόκιο.
  • Ο τρομερός θιασάρχης (ιταλ.: Mangiafuoco, δηλ.: αυτός που τρώει φωτιά): ένας πλούσιος θιασάρχης του κουκλοθέατρου "Η Μεγάλη Μαριονέτα". Έχει κόκκινα μάτια και μαύρη γενειάδα που φθάνει έως το πάτωμα και το στόμα του «μεγάλο σαν φούρνος, με δόντια σαν κίτρινους κυνόδοντες». Παρά την εμφάνισή του, όμως, ο τρομερός θιασάρχης δεν είναι κακός.
  • Ο αρλεκίνος (ιταλ.: arlecchino), ο πυγμάχος (ιταλ.: pulcinella) και η σινιόρα Ροσάουρα (ιταλ.: signora Rosaura): μαριονέτες του κουκλοθέατρου που αγκαλιάζουν τον Πινόκιο σαν αδερφό τους.
  • Η αλεπού και ο γάτος (ιταλ.: la volpe ed il gatto): άπληστα ζώα που προσποιούνται να είναι κουτσός και τυφλός αντίστοιχα. Οδηγούν τον Πινόκιο να παραστρατήσει, τον κλέβουν και προσπαθούν να τον κρεμάσουν.
  • Ο πανδοχέας (ιταλ.: l’ oste): συνεργάζεται με την αλεπού και τον γάτο και με διάφορα κόλπα στήνουν ενέδρα στον Πινόκιο.
  • Η Νεράιδα με τα Γαλάζια Μαλλιά (ιταλ.: la Fata dai Capelli Turchini): η Γαλάζια Νεράιδα είναι το πνεύμα του δάσους που διασώζει τον Πινόκιο υιοθετώντας τον αρχικά ως αδερφό της και έπειτα ως γιό της.
  • Η κουκουβάγια και το κοράκι (ιταλ.: la civetta ed la cornacchia): δύο διάσημοι γιατροί που διαγιγνώσκουν τον Πινόκιο.
  • Ο δικαστής (ιταλ.: il giudice): ο δικαστής-γορίλλας της Τρελόπολης.
  • Το ερπετό (ιταλ.: il serpente): ένα τεράστιο φίδι με ουρά που καπνίζει.
  • Ο αγρότης (ιταλ.: il contadino): τα κοτόπουλα του οποίου μαστίζονται από επιθέσεις αλεπούδων.
  • Το τρομερό σκυλόψαρο (ιταλ.: il terrible pescecane): έχει μήκος ενός μιλίου και καταπίνει αρχικά τον Τζεπέτο και έπειτα τον Πινόκιο.
  • Ο πράσινος ψαράς (ιταλ.: il pescatore verde): ένας πράσινος δράκος που πιάνει τον Πινόκιο στα δίχτυα του και προσπαθεί να τον φάει.
  • Ο Ρομέος (ιταλ.: Romeo): ο καλύτερος φίλος του Πινόκιο και ταραχοποιός. Είναι ψηλός και λεπτός και γι’ αυτό τον αποκαλούν "Φυτίλη" (ιταλ.: Lucignolo)
  • Ο αμαξάς/ο μικρόσωμος (ιταλ.: il conduttiere/l’ omino): ο ιδιοκτήτης της Παιχνιδούπολης.
  • Ο διευθυντής (ιταλ.: il direttore): ο σκηνοθέτης ενός τσίρκου.
  • Το αφεντικό (ιταλ.: il padrone): προσπαθεί να πείσει τον Πινόκιο να κρυφτεί μέσα σε ένα τύμπανο.
  • Ο τόνος (ιταλ.: il tonno): ένα ψάρι που είχε καταπωθεί από το τρομερό σκυλόψαρο και βοήθησε τον Τζεπέτο και τον Πινόκιο να φθάσουν στην ακτή.
  • Ο Τζιάντζιο (ιταλ.: Giangio): ο αγρότης που αγοράζει τον Ρομέο για γαϊδούρι.














  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου